Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008

Μ’ αγαπά και περισσεύει +1

Δεν αντέχω την κλεισούρα στο πλοίο της γραμμής και ανεβαίνω στο κατάστρωμα. Βάζω τα γυαλιά ηλίου και ψάχνω ένα ήσυχο μέρος να κρυφτώ. Ευτυχώς είναι καθημερινή και δεν έχει πολύ κόσμο. Βρίσκω μια θέση στον ίσκιο και κάθομαι. Μηχανικά βγάζω το κινητό από την τσάντα μου. Είναι κλειστό. Πάω να το ανοίξω αλλά την τελευταία στιγμή αλλάζω γνώμη και το ξαναβάζω στην τσάντα. Κοιτάζω την θάλασσα. Όχι κινητό αυτές τις 3 ημέρες. Ας υποκριθούμε ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Ο κόσμος μπορεί να συνεχίσει να κινείται και χωρίς εμένα, σκέφτομαι και ξαναβάζω γρήγορα το κινητό στην τσάντα μου.

Το καράβι έφτασε στο προορισμό του. Παίρνω τον σάκο μου και περιμένω την σειρά μου να κατέβω. Βλέπω από το κατάστρωμα τον Αιμίλιο να κατεβαίνει. Παίρνει ταξί και εξαφανίζεται πριν τον αναγνωρίσουν. Με τα τζιν, το καπέλο και τα γυαλιά δεν τον αναγνωρίζει κανείς. Πίσω από τα γυαλιά μου μετρώ τα βήματά του. Αφού μπει στο ταξί κατεβαίνω και εγώ και περιμένω στη σειρά να βγω από το καράβι.

Δεν βρίσκω ταξί. Θα πρέπει να περιμένω. Πηγαίνω στο πλησιέστερο μαγαζί και παίρνω ένα μπουκάλι νερό. Πίνω αχόρταγα. Ο ήλιος αρχίζει να πέφτει σιγά-σιγά. Παίρνω τον σάκο μου. Πανικοβάλλομαι. Θέλω να ορμήσω στο καράβι και να επιστρέψω στην Αθήνα. Να κρυφτώ στο κρεβάτι μου και να κοιμηθώ με τις ξεχασμένες αρχές μου. Για πόσο ακόμα θα παίζω αυτό το παιχνίδι; Ανεβαίνει το στοίχημα επικίνδυνα και νοιώθω ότι μόνο εγώ θα χάσω στο τέλος. Κάθομαι σε μιαν άκρη παρακολουθώντας το καράβι να φεύγει. Δεν θα φύγω. Όχι αυτή τη φορά. Αλλά δεν βιάζομαι να τρέξω στον κατήφορο. Ανάβω τσιγάρο. Ο ουρανός αλλάζει. Αρχίζει να φυσά. Πηγαίνω στα ταξί, που έχουν μαζευτεί ξανά. Λέω το όνομα του ξενοδοχείου και χώνομαι μέσα πετώντας το τσιγάρο.

Μετά από μία διαδρομή σε χωματόδρομους φτάνουμε στο ξενοδοχείο στη μέση του πουθενά και του τίποτα. Ο πληγωμένος μου εγωισμός θα απαιτήσει εκ νέου διακοπές με την επιστροφή μου στην Αθήνα. Αναρωτιέμαι γιατί έπρεπε να κλείσω από πριν το δωμάτιο σ’ αυτήν την ερημιά, γιατί να παίρνω σειρά για ό,τι περίσσεψε. Πληρώνω τον ταξιτζή και βγαίνω από το ταξί. Μπαίνω στη reception και δίνω τα στοιχεία μου. Παίρνω το κλειδί και κατευθύνομαι στο δωμάτιο. Ξεκλειδώνω, μπαίνω μέσα και αρχίζω να πετάω τα ρούχα στο κρεβάτι και κατευθύνομαι στο μπάνιο. Καθώς το νερό τρέχει στο σώμα μου, αποφασίζω να σταματήσω τη γκρίνια. Δεν είναι τα λεφτά. Δόξα τω Θεώ έχω όσα θέλω να ξοδεύω. Είναι το δευτεροκλασάτο που με πειράζει. Το ξενοδοχείο. Το παραμύθι μου. Εγώ.

Δεν ήρθα εδώ εγκεφαλικά. Τα εγκεφαλικά μου κύτταρα έκλεισαν μαζί με το κινητό ή μάλλον αρκετά νωρίτερα όταν παραιτήθηκα από τη δουλειά και τη ζωή μου για να κατέβω στην Αθήνα να ζήσω αυτήν την τρέλα με την ημερομηνία λήξης. Πριν φύγω άφησα το συμβόλαιο της επιστροφής μου στο τραπέζι. Χαρτιά παλιά και καινούρια, που μάζεψα, αιτήσεις συμπληρωμένες για δουλειά. Το έργο τελειώνει. Η πρεμιέρα έγινε. Οι παραστάσεις ξεκίνησαν. Τα παλιά μου ρούχα ψάχνουν το κορμί μου. Οι βαλίτσες με τα εισιτήρια καραδοκούν.

Κλείνω τα μάτια. Τρεις μέρες και η πρώτη ήδη χάθηκε σχεδόν. Έκανα λάθος. Ο χρόνος δεν σταμάτησε στιγμή. Μετρά αντίστροφα και εγώ έχω ήδη αργήσει. Κλείνω το νερό και βγαίνω έξω από το μπάνιο με μία πετσέτα τυλιγμένη στο κορμί μου. Ανοίγω την πόρτα του μπαλκονιού και βγαίνω έξω. Η θάλασσα απλώνεται μπροστά μου και το βραδινό αεράκι που φυσά, με κάνει να ανατριχιάζω. Αν άφηνα την πετσέτα να πέσει, θα με έβλεπε κανείς; Και μένα με νοιάζει αληθινά το αν θα με έβλεπαν; Σταματάω να κρατάω την πετσέτα και την αφήνω να πέσει στο μπαλκόνι. Καθώς τη νοιώθω να γλιστρά, νοιώθω ένα χέρι να την πιάνει και ένα ακόμα να με τραβά πίσω στο δωμάτιο. Τρομάζω για μια στιγμή αλλά μυρίζω το άρωμα του Αιμίλιου και χαμογελώ.

Η τελευταία πράξη ξεκίνησε. Με τα φώτα σβηστά. Με τις ανάσες να κρατούν το ρυθμό. Με κείνο το αεράκι, που ξεκίνησα το πρωί, να τρυπώνει από την ορθάνοιχτη πόρτα. Η νύχτα είναι δική μας. Ο χρόνος είναι δικός μας. Μέχρι να σημάνει μηδέν. Ο Αιμίλιος είναι εδώ. Απόψε. Και αυτό είναι που έχει σημασία.

…..

Κάτι νοιώθω στην πλάτη μου. Ανατριχιάζω. Δεν θέλω να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν θέλω να σηκωθώ. Ψάχνω τα σεντόνια με μάτια κλειστά και σκεπάζομαι. Νοιώθω σαν το παιδάκι, που δεν θέλει να πάει σχολείο, σαν τον εργαζόμενο που θέλει να κάνει κοπάνα. Βγάζω το χέρι από το σεντόνι και τον ψάχνω. Την κοπάνισε χωρίς να τον καταλάβω. Η κοπάνα μου αυτή τη φορά δεν είναι στο κρεβάτι αλλά έξω από αυτό. Σηκώνομαι και πάω στο ντους. Χαμογελώ. Εδώ είναι όλα μου τα σαββατοκύριακα. Ξεπλένω τα χτεσινά αρώματα, σκουπίζομαι, φοράω ένα φόρεμα, παίρνω τα τσιγάρα και βγαίνω στο μπαλκόνι να χαζέψω την θάλασσα. Βλέπω τον Αιμίλιο στην αυλή να παίρνει το πρωινό του. Άνετος. Έχει ξανάρθει εδώ. Δεν κρύβεται. Κάθομαι σε μια καρέκλα του μπαλκονιού, ανεβάζω τα πόδια στο τοιχίο του και ανάβω τσιγάρο. Φοράω τα γυαλιά και μαζί με τον καπνό ρουφάω τη στιγμή και την αφήνω να διαχυθεί αργά μέσα από κάθε πόρο του κορμιού μου.

Σιγοτραγουδώ και κουνιέμαι ακολουθώντας τον ρυθμό. Η θάλασσα είναι σκέτος πειρασμός. Ο ήλιος λαμπυρίζει πάνω της και η παραλία είναι αγκαλιά ανοιχτή που με περιμένει. Νοιώθω τον Αιμίλιο να με παρακολουθεί αλλά αυτή η στιγμή είναι δική μου. Τεντώνομαι αργά σαν την γάτα και απολαμβάνω το χάδι του ήλιου στο κορμί μου. Ρίχνοντάς του μια τελευταία κλεφτή ματιά, μπαίνω στο δωμάτιο, βγάζω το φόρεμα και φοράω το μαγιό. Δεν ήρθα εδώ να πλατσουρίσω στο όνειρό μου αλλά να κάνω ελεύθερη κατάδυση σε αυτό.

Αρπάζω την πετσέτα στο χέρι, γυαλιά, κλειδιά και ξυπόλυτη κατεβαίνω τα σκαλιά γρήγορα, προσπερνώ την αυλή και τρέχω στην παραλία. Πετάω τα πράγματα στην έρημη αμμουδιά και τρέχω στην θάλασσα. Το νερό είναι κρύοοοο… προλαβαίνω να σκεφτώ καθώς βουτάω στη θάλασσα. Βγαίνω όσο μακρύτερα μπορώ από το σημείο, που βούτηξα και αρχίζω να κολυμπώ άτσαλα και να απομακρύνομαι από την όχθη. Βλέπω μόνο τον ήλιο και τα νερά που πετάω δεξιά και αριστερά. Κάποια στιγμή γυρίζω ανάσκελα για να καώ ομοιόμορφα και συνεχίζω να κολυμπώ. Φαντάζομαι ότι με δυο απλωτές ακόμα, φτάνω στο λιμάνι του Πειραιά όπου με περιμένει πανηγυρική υποδοχή. Φορώ ένα κίτρινο μπουρνούζι, ελικόπτερα με ραίνουν με λουλούδια και ναι, η νέα πρωταθλήτρια της κολύμβησης είναι εδώ. Τη στιγμή, που ετοιμάζομαι να δώσω πανηγυρική συνέντευξη τύπου, κάτι με πιάνει από το πόδι και με βουτά μέσα στο νερό για μερικές πανηγυρικές μπουρμπουλήθρες.

Ευτυχώς με τραβά γρήγορα επάνω και με σφίγγει στην αγκαλιά του. Τον φιλάω και αφού στηριχτώ στους ώμους του, τον βουτάω με τη σειρά μου στην θάλασσα. Ανεβαίνει γρήγορα στην επιφάνεια και με ξαναβουλιάζει στην θάλασσα. Θα βγάλω λέπια αν συνεχίσουμε αυτή τη δουλειά όλη μέρα σκέφτομαι και πνίγομαι υποβρυχίως από τα γέλια. Με τραβά στην επιφάνεια ενώ εγώ γελάω βήχοντας συνεχώς. Πρέπει να τρόμαξε γιατί σταμάτησε να με βουτά και προσπάθησε να με βοηθήσει να βγάλω όλο το νερό. Κολυμπάμε προς την αμμουδιά. Βγαίνουμε από τη θάλασσα και ενώ ο ίδιος σκουπίζεται σχολαστικά με την πετσέτα του, εγώ απλώνομαι απλά στην πετσέτα του ξενοδοχείου. Κλείνω τα μάτια και ακούω τον παφλασμό των κυμάτων. Μικρές στιγμές αρμύρας, που στεγνώνουν στον ήλιο. Ανοίγω τα μάτια και ο Αιμίλιος έχει φύγει πάλι. Ξαπλώνω μπρούμυτα και με παίρνει ο ύπνος στην αμμουδιά.

Ξυπνάω μετά από αρκετή ώρα και το νοιώθω ότι έχω αρπάξει για νιοστή φορά. Σηκώνομαι και βουτάω στη θάλασσα. Το σώμα μου πονά. Βυθίζομαι στην θάλασσα με τα μάτια κλειστά. Βλέπω την παράσταση, τα φώτα, τις υποκλίσεις των ηθοποιών, τα συγχαρητήρια, το πρώτο φιλί του Αιμίλιου, την πρώτη φορά στο θέατρο, τη Μαρία… Ο αέρας τελειώνει, πνίγομαι και πετάγομαι βιαστικά στην επιφάνεια. Ανασαίνω αχόρταγα, το δέρμα με τραβά. Ανοίγω τα μάτια. Τον βλέπω στην αυλή να μιλάει στο κινητό. Κάνω μία τελευταία βουτιά και βγαίνω έξω. Χρειάζομαι γιαούρτωμα. Επειγόντως.

Παίρνω τα πράγματά μου και πηγαίνω στην κουζίνα. Παίρνω δύο. Γιαούρτια. Ανεβαίνω στο δωμάτιο. Ξεκλειδώνω, πετάω τα πράγματα στο πάτωμα και πηγαίνω στο ντους. Υποψιάζομαι ότι θα με τριπλοχρεώσουν για το νερό, οπότε προσπαθώ να είμαι διακριτική. Αρχίζω να απλώνω τελετουργικά το γιαούρτι και κάθομαι στο κρεβάτι. Κρίμα που δεν έφερα τον υπολογιστή μαζί μου να γράψω κάτι. Το βλέμμα μου σταματά πάνω στο κινητό. Όχι, δεν θα το ανοίξω ακόμα. Χαζεύω το πάτωμα όταν βλέπω μία σκιά. Ο Αιμίλιος στέκεται στην πόρτα της βεράντας και χαμογελά με το θέαμα, που παρουσιάζω. Χαμογελώ και εγώ.

Πλησιάζει και μου προσφέρει παγωτό. Κοιτάζω την ώρα στο ρολόι του. Απόγευμα και εγώ την βγάζω μόνο με παγωτό. Είμαι και οικονομική. Το γιαούρτι δεν μετρά. Απορροφώνται θερμίδες δια της ώσμωσης; Δεν νομίζω. Τρώω το παγωτό και τον παρακολουθώ καθώς κάθεται στη βεράντα. Βάζω ένα τιραντέ μπλουζάκι, ένα σορτς και τον ακολουθώ. Κάθομαι στο τοιχίο και χαζεύω τη θάλασσα. Ο ήλιος ξεθυμαίνει σιγά-σιγά. Ακούω το τηλέφωνό του να χτυπά από το δίπλα δωμάτιο. Δεν αλλάζω θέση. Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπά. Γυρίζω και τον κοιτώ. Στρίβει αργά ένα τσιγάρο. Μου το προσφέρει, το ανάβει και ξεκινά να στρίβει ακόμα ένα για κείνον. Ξαναγυρίζω το βλέμμα μου στη θάλασσα. Νομίζω ότι ο καπνός μου κάνει περισσότερη παρέα από αυτόν. Αναστενάζω ξεφυσώντας τον καπνό καθώς το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπά μανιασμένα. Σηκώνεται και πάει να το σηκώσει. Υποθέτω πως δε θα ξαναφανεί απόψε και μπαίνω μέσα στο δωμάτιο. Ξεπλένω τα ξεραμένα γιαούρτια, φοράω το νυχτικό που είχα χρόνια στο συρτάρι τυλιγμένο προσεχτικά να μη χαλάσει και με το κεφάλι βαρύ και το δέρμα να με τραβά, αποκοιμήθηκα.

Μέσα στη νύχτα επέστρεψε και χώθηκε σαν το φίδι στο κρεβάτι. Κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα τη θάλασσα. Μάτωσε. Είδα τα χέρια μου στο όνειρό μου. Ματωμένα. Πετάχτηκα στον ύπνο μου. Γρήγορο σκέφτηκα και ξάπλωσα πάλι. Αλλά δεν με έπιανε ο ύπνος και σηκώθηκα, ντύθηκα και κατέβηκα στην πισίνα. Κάθισα στην άκρη και βούτηξα τα πόδια μέσα. Τα φώτα της έπαιζαν με το νερό. Βούτηξα μέσα με το νυχτικό. Τι κάνω εγώ εδώ πέρα; Δεν μιλάμε. Δεν τρώω. Κάηκα και μέσα στη νύχτα κολυμπάω με τα ρούχα στην πισίνα. Ο Αιμίλιος έρχεται και χώνεται και αυτός στην πισίνα. Ποιος τρώει στα παραμύθια εκτός από τον Xάνσελ και την Γκρέτελ; Με έχουν αποκαλέσει πολλά πράγματα Γκρέτελ ποτέ!

Ξημέρωσε η τελευταία μέρα και το στομάχι μου γρυλίζει απειλητικά. Κατεβαίνω να ψάξω για φαγώσιμα. Ο Αιμίλιος είναι ήδη στην αυλή και τρώει πρωινό. Μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Εξαφανίζω με ταχύτατες κινήσεις ό,τι φαγώσιμο υπάρχει στο τραπέζι. Γελά, σηκώνεται, φεύγει και μετά από λίγο επιστρέφει με περισσότερο φαγητό. Μέχρι να φέρει το φαγητό, παίρνω τον καπνό του και στρίβω ένα τσιγάρο. Η θάλασσα είναι ήρεμη. Θυμάμαι το χτεσινό όνειρο. Γρήγορο. Τι να είναι αυτό το γρήγορο; Ο Αιμίλιος με σερβίρει ενώ ταυτόχρονα μου υπενθυμίζει ότι πρέπει να φύγουμε. Μόλις φάω, να μαζέψω τα πράγματά μου και να κατέβω στο λιμάνι για να μπω πρώτη στο καράβι αυτή τη φορά. Ίσως να είναι αυτό το γρήγορο. Σηκώνομαι και πάω στο δωμάτιο. Μαζεύω τα πράγματά μου, αλλάζω ρούχα, κατεβαίνω στη reception, πληρώνω και βλέπω ένα ταξί να με περιμένει ήδη στην είσοδο του ξενοδοχείου. Μπαίνω δίχως να κοιτάξω πίσω και του ζητάω να με πάει στο λιμάνι. Όταν φτάνουμε το καράβι είναι εκεί. Βγάζω εισιτήριο, ζητάω καμπίνα αυτή τη φορά, μπαίνω στο καράβι και κατευθύνομαι στο δωμάτιό μου.

Μπαίνω, κλειδώνω την πόρτα πίσω μου και πέφτω στο κρεβάτι. Ο χρόνος μηδένισε. Και όλα θα αρχίσουν πάλι από την αρχή μόλις φτάσουμε σαν να μην υπήρξε αυτό το Σαββατοκύριακο. Όπως και όλα τα προηγούμενα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: