Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

(2) Αν ακουμπήσω τους εφιάλτες μου στον κρόταφό σου, θα έρθεις να παίξουμε;


Η πρόβα τελείωσε. Ο Στέφανος ζήτησε τα κλειδιά του θεάτρου και οι άλλοι αποχώρησαν. Άνοιξα την τσάντα μου και έβγαλα ένα cd και το έβαλα στο ηλεκτρολογείο. Το θέατρο γέμισε από τη μουσική του Big Blue. Ο Στέφανος μάζευε τα σκηνικά στην άκρη της σκηνής και εγώ πήγα στα καμαρίνια για να αλλάξω. Έβγαλα από την τσάντα μία μαύρη μπλούζα και ένα μαύρο παντελόνι και τα φόρεσα. Φόρεσα μία μαύρη μάσκα, που είχα στην τσάντα. Πήγα στη σκηνή όπου ο Στέφανος είχε αφήσει μόνο μία καρέκλα και είχε καθίσει και αυτοσυγκεντρωνόταν με τα μάτια κλειστά.

Τον πλησίασα και στάθηκα πίσω από την πλάτη του. Η μουσική άλλαξε. Marilyn Manson Sweet Dreams.

- Αν ακουμπήσω τους εφιάλτες μου στον κρόταφό σου, θα έρθεις

να παίξουμε; του είπα στο αυτί.

- Σημάδεψε καλά, μα πρόσεξε. Νύχτωσε και εσύ δεν είσαι στο

κρεβάτι σου μικρή μου.

Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε, μου έβγαλε την μάσκα και την πέταξε κάτω από τη σκηνή.

- Δαγκώνω στιγμές, μπήγω τα νύχια μου στη σιωπή, μαχαιρώνω

τον άρτο ημών τον επιούσιο. Έσπασα τα πόδια του αμνού, του φόρεσα κορδελάκια και λουράκι και τον έβγαλα βόλτα στα πράσινα λιβάδια.

- Κρατώ το μαχαίρι σου σφιχτά ανάμεσα στις λέξεις μου.

Καμαρώνω τα κορδελάκια μου και παραπατώντας σ’ ακολουθώ. Κοίτα με. Αποζητώ το χάδι σου όταν μηρυκάζω το παρελθόν, την ανάσα σου όταν μαδάω το κοράκι σου, το αίμα σου όταν καθαρίζω τα παπούτσια μου.

- Διάλεξε δέντρο, να σε κρεμάσω μετά το φιλί. Διάλεξέ μου

σώμα για απόψε. Κάρφωσα τις ιστορίες μου στα ξερόκλαδα τους. Στάζουν αλάτι και μελάνι, να γλιστράς στα κλαδιά καθώς θα σκίζουν το κορμί σου.

- Τι γεύση έχει το γυμνό κορμί σου; Ποια συχνότητα διαλέγει η

ηδονή σου; Άραγε είσαι το ίδιο άσχημη και με τα φώτα σβηστά;

- Μυρίζω τη μοναξιά σου στα βήματά σου, στην ανάσα σου, στο

βλέμμα σου. Βρωμάει και ζέχνει έτσι πεινασμένη καθώς είναι. Κοιμάται στα σεντόνια σου, καπνίζει τα τσιγάρα σου και όταν πλήξει, παίρνει τις γυναίκες σου και φεύγει.

- Σ’ ακούω να αλυχτάς τις νύχτες στις ταράτσες των σπιτιών,

ζητιανεύοντας δρόμους και σκουπίδια.

- Σε διαβάζω με την αφή, σαν προχειρογραμμένο σκονάκι. Μα

δεν ήσουν απ’ τα sos. Σου έδωσαν κάτι, το κουβαλάς, μα δεν ήρθε ποτέ κανένας να στο ζητήσει. Πόσο ακόμα θα στέκεσαι στα σταυροδρόμια. με τα χέρια σφιγμένα; Κοίτα τους, για σένα δεν ξεκίνησε κανείς.

- Πλέκω συρματοπλέγματα και στα πετάω, να σε πιάσω, να σε

δέσω, να σε κάνω να σωπάσεις.

- Εμένα πλέκεις και ματώνουν τα χέρια σου. Και όταν με

ταιριάξεις κατά πως με θες, βλέπεις το πρόσωπό σου στα χέρια σου και τρομαγμένος με πετάς.

- Μια γεύση στεγνώνει στο στόμα μου. Η δική σου. Μα κάτι της

λείπει… να δεις τι…

Με έπιασε και με φίλησε στο στόμα. Έκλεισα τα μάτια μου για μια

στιγμή και είδα τον Αιμίλιο. Τραβήχτηκα και πήγα στην άκρη της σκηνής. Είδα τον Αιμίλιο, τη Μαρία και τους υπόλοιπους της παράστασης να χειροκροτούν τον Στέφανο για την παράστασή του.

Ζαλίστηκα. Έβλεπα τον Αιμίλιο σε δύο διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα. Στις κερκίδες να χειροκροτεί και πάνω στη σκηνή. Τα πόδια μου λύγισαν, τα πάντα μαύρισαν και λιποθύμησα πάνω στη σκηνή. Όπως ήμουν πεσμένη στη σκηνή είδα ένα κομμάτι φως στα χέρια μου, τα έκλεισα και όταν τα άνοιξα ξανά, εκείνο άρχισε να γλιστρά σαν την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Ένα βουητό με ενοχλούσε, προσπάθησα να απομακρυνθώ. Άρχισα να βλέπω τον Στέφανο, να προσπαθεί να με συνεφέρει και από πίσω του την Μαρία και την Ελπίδα. Ανακάθισα και σηκώθηκα να πάω στα καμαρίνια. Παραπάτησα και η Ελπίδα έτρεξε να με στηρίξει. Πήγα στα καμαρίνια, πήρα την τσάντα μου και βγήκα από το θέατρο.

Έτρεχα σχεδόν μέχρι να φτάσω στη γωνία του τετραγώνου. Μόλις έστριψα στηρίχτηκα στον τοίχο και σκέφτηκα τον Αιμίλιο και το φως που σκορπιζόταν. Τα γόνατά μου λύθηκαν και γονάτισα και τελικά κάθισα στο πεζοδρόμιο. Είδα ένα ζευγάρι παπούτσια. Ξαφνικά ένοιωσα να ζεσταίνομαι, να ιδρώνω και πως ο αέρας δεν ήταν αρκετός. Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και είδα τον Αιμίλιο. Πού είχε πάει ο αέρας; Πίσω του στεκόταν η Μαρία. Προσπάθησαν να με σηκώσουν αλλά αντιστάθηκα.

Πανικοβλήθηκα. Ένοιωθα ότι πνιγόμουν, ότι ο αέρας έφευγε όπως το φως μακριά μου. Πανικοβλήθηκαν και οι υπόλοιποι. Έβαλα τις χούφτες μου στο πρόσωπο και άρχισα να ανασαίνω μέσα από αυτές. Έπρεπε να συγκεντρωθώ, έπρεπε. Καθώς μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι της παράστασης, κατέβασα τα χέρια από το πρόσωπό μου, άρχισα να γελώ και να τους χειροκροτώ. Έσκυψα πήρα την τσάντα μου και έφυγα. Λίγο αργότερα βρήκα ταξί. Σταμάτησε, μπήκα μέσα και σε λίγο φτάσαμε σπίτι. Πλήρωσα και κλαίγοντας ξεκλείδωσα την πόρτα της πολυκατοικίας.

Κάποιος μπήκε πίσω μου. Γύρισα και είδα τον Αιμίλιο. Προσπάθησα να τον βγάλω έξω αλλά δεν τα κατάφερα. Με ακολούθησε στο διαμέρισμα. Μπήκαμε μέσα και άρχισα να τον χτυπώ. Με αγκάλιασε και με άφησε να ξεσπάσω. Μόλις ηρέμησα με έβαλε στο κρεβάτι μου, με σκέπασε, με φίλησε στο μέτωπο και έφυγε αμίλητος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: